Σκούπα Άρτας: 



Εισαγωγή

Υπάρχουν χωριά που έχουν μόνο τοποθεσία. Και υπάρχουν χωριά που έχουν ιστορία. Η Σκούπα Άρτας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία — και μάλιστα με τρόπο που ξεχωρίζει ακόμα και ανάμεσα στα ορεινά χωριά της Ηπείρου, μιας περιοχής που δεν στερείται δραματικών αφηγήσεων.

Χτισμένη στα Τζουμέρκα, σε υψόμετρο περίπου 650 μέτρων, 30 χιλιόμετρα από την Άρτα, η Σκούπα είναι σήμερα ένας μικρός ορεινός οικισμός με 143 κατοίκους στην ευρύτερη τοπική κοινότητα. Τίποτα δεν προδίδει, με την πρώτη ματιά, ότι αυτός ο τόπος κουβαλά μέσα του βυζαντινά μοναστήρια, οθωμανικές εξεγέρσεις, δυναμίτες στα θεμέλια τσιφλικάδων και την πιο σπάνια νομική ιδιότητα που μπορεί να έχει ένα ελληνικό χωριό: να ανήκει στους ίδιους τους κατοίκους του.


Α. Τα βυζαντινά χρόνια: Η Μονή, τα αμπέλια και η «Κρασοπλή»

Η ιστορία της Σκούπας αρχίζει αρκετούς αιώνες πριν το σημερινό της όνομα. Ο τόπος όπου σήμερα υψώνεται ο ναός του Αγίου Νικολάου ήταν, κατά τη βυζαντινή περίοδο, η θέση μιας γυναικείας μονής αφιερωμένης στον ίδιο άγιο. Η μονή αναφέρεται σε παλαιές πηγές ως θαυματουργή, με σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία — αμπελώνες, κτήματα, υποστατικά.

Το χωριό εκείνη την εποχή δεν λεγόταν Σκούπα. Οι παλαιότερες αναφορές το ανθρωπωνύμιο ως Κοτετσά ή Γκοτετσά — τοπωνύμιο αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανώς σλαβικής ή αλβανικής καταγωγής, όπως συμβαίνει με πολλά ορεινά χωριά της Ηπείρου που άλλαξαν πληθυσμό κατά τους σκοτεινούς αιώνες της μεσαιωνικής Βαλκανικής.

Οι μοναχές της Μονής Αγίου Νικολάου καλλιεργούσαν αμπέλια και πωλούσαν κρασί από τα κτήματά τους στην τοποθεσία που έκτοτε ονομάστηκε «Κρασοπλή» — εκεί όπου «επωλείτο κρασί», στον παλαιό δρόμο που περνούσε από το Μονολίθι, την Πλατανούσα, τη Δαφνωτή και τη Ροδαυγή προς την Άρτα. Ο δρόμος αυτός ήταν κεντρικός άξονας εμπορίου και επικοινωνίας για ολόκληρη την ορεινή Ήπειρο.

Το μετόχι της Μονής ήταν η Θεοτόκος Πλατανούσης — μια σύνδεση που καταδεικνύει το εύρος της εκκλησιαστικής παρουσίας στην περιοχή κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια.


Β. Η καταστροφή και η γέννηση ενός ονόματος

Η ιστορία για το πώς το χωριό πήρε το σημερινό του όνομα είναι μία από εκείνες τις λαϊκές αφηγήσεις που, ακόμα κι αν έχουν παραλλαγές, κρύβουν στον πυρήνα τους μια αληθινή μνήμη.

Κάποτε — η χρονολογία δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, αλλά τοποθετείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας — ένα απόσπασμα Λιάπηδων Τουρκαλβανών πέρασε από την περιοχή, σταμάτησε στην «Κρασοπλή», ήπιε κρασί και προσέβαλε τις μοναχές. Οι ντόπιοι δεν το άφησαν ατιμώρητο: έστησαν ενέδρα και εξόντωσαν το απόσπασμα.

Η είδηση, όμως, έφτασε στα Ιωάννινα. Και ισχυρό τουρκικό στρατιωτικό σώμα κατευθύνθηκε προς το χωριό για αντίποινα. Οι κάτοικοι, πληροφορημένοι εγκαίρως, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και διασκορπίστηκαν στα βουνά. Οι Τούρκοι έφτασαν σε ένα κενό χωριό, το πυρπόλησαν και δεν άφησαν τίποτα όρθιο.

Οι διαβάτες που έβλεπαν αργότερα την ερείπωση έλεγαν: «σκούπα πέρασε από δω και τα σκούπισε όλα». Η λέξη κόλλησε. Το χωριό, όταν ξαναχτίστηκε, έμεινε Σκούπα.

Η αφήγηση αυτή — πέρα από τη λαογραφική της αξία — περιέχει ένα στοιχείο αντίστασης που θα επαναληφθεί αργότερα στην ιστορία του χωριού: οι κάτοικοι της Σκούπας δεν υπέκυψαν παθητικά. Στη μια περίπτωση η αντίσταση ήταν ένοπλη, στην άλλη ήταν η φυγή που στέρησε από τον εχθρό τη νίκη. Και στις δύο, ο τόπος επέζησε.


Γ. Η επανίδρυση: Ένα χωριό φτιαγμένο από ρίζες πολλών τόπων

Μετά την καταστροφή, νέοι άνθρωποι ήρθαν. Από διάφορα χωριά της ορεινής Άρτας, των Ιωαννίνων και των Τρικάλων — οικογένειες που έψαχναν γη, ασφάλεια ή απλώς έναν τόπο να χτίσουν. Η Σκούπα ξαναγεννήθηκε ως ένα σύνθετο χωριό, φτιαγμένο από διαφορετικές καταγωγές που συγχωνεύτηκαν σε μια κοινή ταυτότητα.

Αυτή η πολλαπλή καταγωγή εξηγεί ίσως γιατί η Σκούπα ανέπτυξε τόσο ισχυρή κοινοτική συνοχή: δεν ήταν χωριό ενός γένους ή μιας φατρίας, αλλά μια κοινότητα που έπρεπε να χτιστεί εκ νέου και να βρει τους δικούς της κανόνες συμβίωσης.

Το χωριό που ξαναχτίστηκε επέλεξε διαφορετικούς προστάτες και διαφορετικές δομές. Η παλιά Μονή δεν ξαναλειτούργησε ως μοναστήρι — στη θέση της ανεγέρθηκε ενοριακός ναός, ο σημερινός Άγιος Νικόλαος Σκούπας, που διατηρεί όμως την παλιά ιερότητα του τόπου και τη μνήμη της θαυματουργής Μονής.


Δ. Το τσιφλίκι: Η γη που έγινε εμπόρευμα

Κατά την Οθωμανική περίοδο, η Σκούπα — όπως χιλιάδες άλλα ελληνικά χωριά — μετατράπηκε σε τσιφλίκι: η γη πέρασε στην ιδιοκτησία ενός Οθωμανού ή φιλοοθωμανού ιδιοκτήτη και οι κάτοικοι έγιναν κολλήγοι, υποχρεωμένοι να αποδίδουν μέρος της παραγωγής τους στον αφέντη.

Ο τσιφλικάς της Σκούπας ονομαζόταν Λύτρας και καταγόταν από την Πράμαντα. Το 1865, επί Σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ, εκδόθηκε Οθωμανικό ταπού — τίτλος ιδιοκτησίας — που μεταβίβαζε στον Λύτρα την επικαρπία και τη χρήση του τσιφλικιού Σκούπας. Το έγγραφο αυτό, που σήμερα φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Άρτας, είναι το παλαιότερο σωζόμενο δημόσιο αρχειακό τεκμήριο της Οθωμανικής περιόδου για την Άρτα — μοναδικό ντοκουμέντο ανεκτίμητης ιστορικής αξίας.

Ο Λύτρας εισέπραττε βαριά τέλη από τους κατοίκους για τη χρήση της γης που παλαιότερα ήταν δική τους. Η σχέση τσιφλικά-κολλήγων ήταν εκμεταλλευτική παντού στην Οθωμανική Ελλάδα — αλλά στη Σκούπα κατέληξε διαφορετικά από αλλού.


Ε. Η εξέγερση και ο δυναμίτης: Πώς οι κάτοικοι πήραν πίσω τη γη τους

Αυτή είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή σελίδα στην ιστορία της Σκούπας.

Σε μια εποχή που οι περισσότεροι κολλήγοι υπέφεραν σιωπηλά ή εγκατέλειπαν τα χωριά τους, οι κάτοικοι της Σκούπας αποφάσισαν να αντιδράσουν. Ολόκληρη η κοινότητα ξεσηκώθηκε εναντίον του Λύτρα. Τολμηροί νέοι του χωριού τοποθέτησαν δυναμίτες στο σπίτι του τσιφλικά.

Η κίνηση ήταν αποτελεσματική. Ο Λύτρας, αντιμέτωπος με μια κοινότητα που δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να υποχωρήσει, αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί. Και τελικά πούλησε το χωριό — τη γη, το δάσος, τα χωράφια — στους ίδιους τους κατοίκους.

Αυτό συνέβη πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1912 — σε εποχή που ακόμα βρισκόταν υπό Οθωμανική κυριαρχία. Οι κάτοικοι της Σκούπας δεν περίμεναν τον ελληνικό στρατό για να ελευθερωθούν: πήραν την ελευθερία τους μόνοι τους, με τα χέρια τους, αγοράζοντας με χρήμα και θάρρος αυτό που δεν έπρεπε ποτέ να πουληθεί.

Αυτή η πράξη εξηγεί γιατί η Σκούπα είναι σήμερα ένα από τα λίγα ιδιόκτητα χωριά της Ελλάδας — ένα καθεστώς εξαιρετικά σπάνιο, στο οποίο η γη και τα κοινόχρηστα δεν ανήκουν στο κράτος αλλά στους κατοίκους ως σύνολο.


ΣΤ. Διοικητικοί μετασχηματισμοί: Από την Πάργα στον Καλλικράτη

Η Ήπειρος απελευθερώθηκε το 1912-1913. Η Σκούπα εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος και το 1919 έγινε επίσημα κοινότητα, υπαγόμενη αρχικά στην επαρχία Νικοπόλεως και Πάργας του νομού Πρεβέζης.

Το 1963, σε μια περίοδο που πολλά ελληνικά χωριά «αρβανίτικης» ή μη ελληνικής ονομασίας μετονομάζονταν, η Σκούπα έλαβε το νέο όνομα «Καρυδέα». Η αλλαγή δεν ρίζωσε. Οι κάτοικοι συνέχισαν να αποκαλούν το χωριό τους Σκούπα, και το 1974 το ιστορικό τοπωνύμιο επανήλθε επίσημα.

Το ίδιο έτος, 1974, το χωριό μεταφέρθηκε διοικητικά από την επαρχία Νικοπόλεως στην επαρχία Άρτας — μια γεωγραφικά λογικότερη υπαγωγή, δεδομένης της πρόσβασης και της συνδεσιμότητας με την πόλη της Άρτας.

Με το Σχέδιο Καποδίστρια η Σκούπα εντάχθηκε στον Δήμο Ξηροβουνίου με έδρα τον Αμμότοπο. Με το Σχέδιο Καλλικράτης (2011) πέρασε στον Δήμο Αρταίων, όπου ανήκει μέχρι σήμερα.


Ζ. Η τοπική κοινότητα: Σκούπα και οι γύρω οικισμοί

Η τοπική κοινότητα Σκούπας δεν αποτελείται μόνο από τον ομώνυμο οικισμό. Σε αυτήν ανήκουν και οι γειτονικοί οικισμοί Κάμπος, Κάρδαμος, Τσιαπαλαίικα, Παλαιοχώρι, Πλατανάκια και Φράξο — ένα σύμπλεγμα μικρών ορεινών οικισμών που μοιράζονται κοινή ιστορία, κοινή εκκλησιαστική ζωή και κοινή μνήμη.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ο συνολικός πληθυσμός της τοπικής κοινότητας ανέρχεται σε 143 κατοίκους. Οι αριθμοί είναι μικροί, αλλά η κοινότητα είναι ζωντανή: η Αδελφότητα Σκούπας, διατηροεί ενεργό παρουσία, εκδίδει τακτικά «Τα νέα της Σκούπας» και οργανώνει εκδηλώσεις που επαναφέρουν κάθε χρόνο στο χωριό δεκάδες απόδημους από Αθήνα και το εξωτερικό.


Η. Θρησκευτική και πολιτιστική ζωή

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου Σκούπας είναι ο πνευματικός άξονας της κοινότητας. Χτισμένος στη θέση της παλαιάς βυζαντινής Μονής, κουβαλά τη μνήμη αιώνων. 

Η μεγαλύτερη όμως γιορτή του χρόνου είναι το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου — μια νύχτα παραδοσιακής μουσικής, χορού και φαγητού που κάθε χρόνο μετατρέπει το μισοάδειο χωριό σε ζωντανό τόπο συνάντησης.

Η μουσική παράδοση του Ξηροβουνίου — τα τοπικά τραγούδια, οι χοροί, τα κλαρίνα και τα βιολιά — είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της Σκούπας. Αρχειακές ηχογραφήσεις και μαρτυρίες διατηρούν ζωντανή αυτή την κληρονομιά.

Στον χώρο της εστίασης, η ταβέρνα «Δίπορτο» — ένα στέκι που άνοιξε από ντόπιους επιστρέφοντες μετά από χρόνια στην Αθήνα — είναι σήμερα ένα μικρό σύμβολο επιστροφής και επένδυσης στον τόπο.


Θ. Τα αξιοθέατα: Φύση και ανθρώπινο αποτύπωμα

Η Σκούπα δεν έχει μνημεία της λίστας UNESCO, αλλά έχει κάτι πιο δυσεύρετο: αυθεντικά τοπόσημα που δεν έχουν ακόμα κατακλυστεί από τουρισμό.

Το Στεφάνι του Χριστόφορου  είναι ένας μυστηριακός φυσικός σχηματισμός που συνδέεται με τοπική παράδοση — μια από εκείνες τις τοποθεσίες που δεν εξηγούνται εύκολα αλλά συνεχίζουν να τραβούν τον επισκέπτη.

Ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων στα οποία ανήκει η Σκούπα προσφέρει πεζοπορικές διαδρομές, πηγές και τοπία που έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα.


Ι. Το Μονοπάτι της Βίδρας — Η παλιά στράτα που επέστρεψε

Υπάρχουν μονοπάτια που χαράχτηκαν από ανάγκη και αργότερα ανακαλύφθηκαν ως ομορφιά. Το Μονοπάτι της Βίδρας ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Ήταν κάποτε μια από τις κύριες αρτηρίες που συνέδεαν τα Βόρεια Τζουμέρκα με την Άρτα — ένας δρόμος εργασίας, μεταφοράς και επικοινωνίας. Σήμερα είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές πεζοπορικές διαδρομές της Ηπείρου. 

Ποιο είναι και πού πηγαίνει

Το μονοπάτι της Βίδρας βρίσκεται δυτικά του ποταμού Αράχθου, ενώνει τους νομούς Ιωαννίνων και Άρτας και υπάγεται στους δήμους Βορείων Τζουμέρκων και Αρταίων. Εκτείνεται από τη γέφυρα της Πλάκας, περνάει τη γέφυρα Τζαρή και καταλήγει στο συγκρότημα υδροκίνησης — νερόμυλος, νεροτριβή, μαντάνι — στον Κάμπο Σκούπας. Τα χωριά που διαπερνά είναι ο οικισμός Πλάκα Ραφταναίων, το Μονολίθι, η Πλατανούσα, η Δαφνωτή και η Σκούπα — τα ίδια χωριά που έβλεπαν οι μοναχές της παλαιάς Μονής Σκούπας όταν κατέβαιναν να πουλήσουν κρασί στην «Κρασοπλή». 

Η συνολική διαδρομή είναι 17,5 χιλιόμετρα και απαιτεί περίπου 8 ώρες για να ολοκληρωθεί. Ωστόσο το πιο βατό και δημοφιλές τμήμα είναι το κάτω, κοντά στη Σκούπα: μήκους περίπου 4 χιλιομέτρων, στο μεγαλύτερο μέρος του περνά μέσα από τα σκιερά παρόχθια δάση του Αράχθου, σε μια διαδρομή χωρίς σημαντικές υψομετρικές διαφορές.

Πηγές: 

  1. Γενικά Αρχεία Κράτους Άρτας (Οθωμανικό ταπού 1865)
  2. Αδελφότητα Σκούπας (taneatisskoypas.blogspot.com)
  3. Σ. Γεωργούλας, «Λαϊκές ζωγραφιές από την Ήπειρο», Ιωάννινα 1968
  4. Σπ. Μουσελίμης, «Η λάκκα του Μπότσαρη», Γιάννενα 1976
  5. Απογραφή πληθυσμού ΕΛΣΤΑΤ 2011.
  6. https://elliniko-panorama.gr/monopati-vidras-i-magiki-strata-tou-arachthou-potamou/
  7. https://discoverarta.gr/en/activities/monopati-vidras/

 

 

Scroll to Top